Σάββατο, 18 Ιούλιος 2009

Όχι. Δε ζεσταίνομαι. Νταξ;



Αναφερόμενη στην ανυπαρξία της μελαμψής ακρίδας σε προηγούμενο άρθρο μου στον ντέιλι πλάνετ – ναι εκεί που γαμιέται ο σούπερμαν - μου έστειλε κάποιος πεσκέσι άχνη ζάχαρη μέσα σε λουκουμάδες εμπριμέ. Να ήταν η έλλειψη καλού γούστου που το έκλεισε σε φάκελο ταχυδρομικό χρώματος βεραμάν, ή χάθηκαν οι κονσέρβες ποιότητος με σκέπασμα «κλατς»;



Δεν ξέρω ρε γαμώτο. Απορώ με μερικούς που ψάχνουν νοήματα μέσα σε μελωμένα ασυμπούρμπουλα ελικοειδή σχηματάκια που φτιάχνουν τα υπολείμματα μερικών σλουρρρπππ που μένουν άγλυφτα σε ξεγάνωτα ταψιά. Μα είναι ανάγκη, δηλαδή, να υπάρχει παντού το αποτύπωμα του εγκρατούς ασυνείδητου ή της απερίφραστης εκφοράς που επιφέρει μια άποψη με συνέχεια;



Το θέμα είναι πως νιώθω ότι δεν θέλω να πάω πουθενά. Τι διακοπές και αρχιδιές. Κι αν λυθούν τα σκοινιά της εγκεφαλικής μου συν-ουσίας πού θα βρω μόλο μετά να δροσίζω τις γάμπες μου; Κι όχι τίποτα άλλο, μα έχω δει ότι οι μπρατσαράδες που τραβούν πίσω τις μαούνες είναι μπλιαχ! Δε το θέλω ρε συ με την αλμύρα. Έχω ανάγκη τις γλύκες μου…



…πώς να το κάνουμε;











.

Πέμπτη, 16 Ιούλιος 2009

Το μίασμα



Ήταν μια φορά ένα κάτι που κανείς δεν το είχε προσδιορίσει. Ίσως κι εκείνο να μην είχε προσδιορίσει τον εαυτό του. Μα δεν το πολυένοιαζε κιόλας. Του άρεσε να κυκλοφορεί και να κατρακυλά σε δρόμους και δρομάκια, σε στενά και στενάκια, σε δάση και μονοπάτια. Και σε ρυάκια. Πολλά ρυάκια. Ειδικά στα ρυάκια, του άρεσε να περπατάει ξυπόλυτο και να νιώθει το κρύο το καθάριο το νερό να πηγαινοέρχεται ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά του…



Αυτό το κάτι γνώρισε διάφορα μέρη, ανθρώπους, ζώα, πουλιά και λουλούδια. ΄Αφησε πάνω του να πέσουν στάλες. Βροχής, βλεμμάτων, χυμών, θυμών, επιθυμιών, φωτιάς, ομίχλης. Μεγάλωνε, γινόταν ζουμερό, άλλοτε ξερακιανό, χαμογελαστό, άγριο, καταθλιπτικό, σεξουαλικό. Κι όλοι το κοιτούσαν ανάλογα με το τι εξέπεμπε στον καθένα. Το προσπερνούσαν, το άγγιζαν, του έκαναν έρωτα, το φιλούσαν, το έλιωναν, το γαμούσαν, το χάιδευαν, το μισούσαν. Κι αυτό, συνέχιζε…



Μια μέρα έτσι στο ξαφνικό, το κάτι αποφάσισε να αρχίσει να αφήνει αποτυπώματα απ’ τα μέρη που διάβαινε. Γιατί δηλαδή να αφήνουν μόνο οι άλλοι αποτυπώματα πάνω του; ΄Ηθελε να αφήνει κι αυτό. Γιατί; Πολύ απλό. Επειδή μπορούσε. ΄Ετσι κι έκανε. Μερικοί τα καλοδέχονταν αυτά τα αποτυπώματα. Άλλοι αδιαφορούσαν. Κάποιοι ήταν ενοχλημένοι. Κι άλλοι πάλι, το ωθούσαν να αφήσει περισσότερα. Πόσο αγαπούσε εκείνους που το προέτρεπαν να φτιάξει καινούργια αποτυπώματα…



Στην πορεία του ανακάλυψε και κάτι που έκανε τα κόκκινα χειλάκια του να δαγκώνονται αναμεταξύ τους. Πότε ναζιάρικα, πότε με πάθος. Πότε περιπαιχτικά, πότε δήθεν αθώα. Πότε προκλητικά, πότε δήθεν ένοχα. Μα πάντα αισθησιακά. Κι ανακάλυψε πως έγινε απρόσιτο. Αδιάβατο. Απλησίαστο. Όχι στα λόγια. Όχι. Στα λόγια ήταν όλοι πρόθυμοι να το αγαπήσουν, να το πάρουν, να το ζουλήξουν, να το λατρέψουν, να το προσκυνήσουν, να το ξεσκίσουν και να του γλύψουν τα κομμάτια κι ύστερα να το σταυρώσουν για να το κάνουν εικόνα κάτω απ’ το προσκεφάλι τους…



Στην πράξη όμως, το κάτι μας διαπίστωσε, πως οι άλλοι το απέφευγαν επειδή φοβόντουσαν μήπως οι παραδίπλα - οι εκείνοι, οι αποκατινοί ντε- τους θεωρήσουν ίδιους μ’ αυτό. Και τότε…τότε αυτό θα ήταν γι’ αυτούς μεγάλη συμφορά. Θα χαλούσε την καλογυαλισμένη τους θαμπάδα. Το στίγμα που έχουν αφήσει. Το δικό τους το αποτύπωμα σ’ έναν κόσμο που φτιάχτηκε για να δημιουργεί ομίχλη. Σ’ έναν κόσμο που φτιάχτηκε για να γεύεται στα κρυφά. Σ’ έναν κόσμο που φτιάχτηκε για να θεωρεί παράξενο ότι συμπεριφέρεται διαφορετικά από εκείνους. Σ’ έναν κόσμο που φτιάχτηκε για να κοιτάει με μισό μάτι τη λαγνεία. Επειδή το κόκκινο φόρεμά της είναι πολύ έντονο για τα γούστα τα δικά τους…Κι επειδή το στήθος της- ναι το στήθος της- δε χωράει σε μια πλαστική παλάμη, παρά πάλλεται στη θέρμη του ονειρικού…



Κι έτσι, πήραν όλοι μαζί μια απόφαση. Κάθε που θα βλέπουν ένα τέτοιο κάτι, να προσπαθούν με κάθε τρόπο να μην αφήσουν την ανάσα τους να μπλέξει με τη δική του. Μην αφήσουν το χάδι τους να ακουμπήσει το δικό τους. Μην αφήσουν τις λέξεις του να μπλεχτούν με τις δικές του. Μη δείξουν πως αυτό το κάτι έχει κάτι που τυχόν τους αρέσει και έτσι εισπράξουν τον χλευασμό των ομοίων τους…



Είναι φορές, όμως, που αφήνουν μικρά ζαχαρωτά κάτω απ’ την πόρτα του για να του δείξουν πως το παρακολουθούν. Χωρίς όμως να τολμούν να το αντικρίσουν και να του μιλήσουν. Κι όποτε τύχει και το κάνουν, μετά, πλένουν καλά καλά τη σκέψη τους. Σκουπίζουν τα σάλια τους. Στεγνώνουν την υγρασία τους. Θεωρούν τρομερό, αποκρουστικό, απαράδεκτο, ότι η λαγνεία, ο σεξουαλισμός, οι παράξενες λέξεις και οι άγριες εκφράσεις μπορούν να συνυπάρξουν με όλες τις εκφάνσεις του είναι τους. Του είναι του…Και ανατριχιάζουν στην ιδέα μήπως η επαφή τους με αυτό το κάτι ρίξει νερά στην εικόνα που έχουν πλασάρει για τον εαυτό τους σε έναν τέλεια ανοργασμικό κόσμο που αποτελείται από αόρατους σπασμούς. Κι έτσι προτιμούν κρυφά ,μέσα από την κλειδαρότρυπα, να κοιτούν ηδονοβλεπτικά το κάτι μας πετώντας του πότε πότε κλεφτές ματιές την ώρα που εμφανίζει κομμάτια του δεμένα με κορδέλα που στάζει αναστεναγμούς…



Κι αυτό, γνωρίζοντας πως το βλέπουν, παίρνει τα ζαχαρωτά κάτω από την πόρτα του κι αντί να τα πετάξει, χαμογελά πότε λυπημένα, πότε πονηρά και πότε προκλητικά. Και…γέρνει πάνω τους. Βγάζει τη γλώσσα έξω, στην αρχή αργά αργά…περνώντας τη δυο γύρους γύρω απ’ τα χείλη για να υγρανθεί το χρώμα τους…κοιτάζοντας το κενό κατάματα…κι ακουμπώντας την απαλά απλά πάνω στη ζάχαρη…ή στο γλάσο…ή στη σοκολάτα…ή στη μαρμελάδα. Κι ύστερα, με πιο γρήγορες και δυνατές κινήσεις βγάζει όλη τη γλύκα πάνω από τα ζαχαρωτά...και μετά…την καταπίνει αγγίζοντας το λαιμό του νωχελικά, κάνοντας κινήσεις σα να χορεύει στο σεληνόφωτο που μπαίνει απ’ τις γρίλιες, πετώντας ένα ένα τα ρούχα του μέχρι να μείνει γυμνό…σκύβοντας…και δείχνοντας τ’ απόκρυφά του σε μια κοινωνία που το διαφορετικό το θεωρεί…



…μίασμα…







.

Τρίτη, 14 Ιούλιος 2009

Ξε-γελάς!




Κοίτα μαμά τα ρούχα του. Κοίτα και πώς στέκεται πάνω στο περβάζι. ΄Ακρη άκρη. Δε φοβάται μη πέσει;



Δε το σκέφτεται μάτια μου. Δε το σκέφτεται…



Κόκκινο, μπλε, πράσινο. Το μαύρο μαμά δεν το φορά;



Τρομάζει τους γύρω το μαύρο, μωρό μου…



Μαμά, κοίτα που σηκώνει και τα πόδια του ψηλά. Σα να χοροπηδά. Έχει και κουδουνάκια στο αστείο του καπέλο. Τραγουδάει. Χορεύει. Κάνει και τους άλλους να χαμογελούν…



Ναι…



Μαμά…γιατί στο μάγουλό του έχει ένα δάκρυ;



Ίσως γιατί τα κουδουνάκια του κάνουν πολύ θόρυβο, ψυχή μου…



Τι σχέση έχει αυτό με το δάκρυ, μαμά;



Ίσως λυπάται που εμποδίζουν να δείξει τη σιωπή του…



Τότε…τότε γιατί δε σιωπά;



Γιατί…γιατί έτσι γεννήθηκε. Να γελάει και να κλαίει. Να είναι κοντά και μακριά. Να φοβίζει και να πλησιάζει. Να διαφέρει και να μοιάζει. Να είναι προσιτός μα και τόσο απόμακρος. Να φωνάζει και να μιλά. Και μόνος του να πλέκει στίχους για πανηγυριού χαρά. Για να τον κοιτούν τα παιδιά και να γελούν με τα σκουντουφλήματά του. Γιατί όταν σκοντάφτει ξεχνιέται. Γιατί θέλει να δει πόσοι καταλαβαίνουν τα τρικ του. Γιατί…δε μπορεί να κάνει αλλιώς. Γιατί το αλλιώς θα τον σκοτώσει. Γιατί…μόνο εκείνος ξέρει το γιατί…



Μαμά…



Τι, μάτια μου;



Καμία σχέση μ’ αυτό που παρουσιάζει, δηλαδή…



Πού άκουσες αυτή την έκφραση, ψυχή μου;



Δε ξέρω…



Ξέχνα την αγάπη μου. Ξέχνα την…











( Αφιερωμένο στις καινούργιες ανάσες που γνώρισα. Γιατί όλοι μέσα μας ξέρουμε το δικό μας το γιατί. Μα λίγοι θέλουν να το δουν… Ευχαριστώ όσους είδαν κάτι απ’ το δικό μου. Ευχαριστώ που με άφησαν να δω ένα μέρος της ψυχής τους. Ίσως σε μια σελίδα να μη μπορείς να ζωντανέψεις στιγμές. Μπορείς όμως με ένα συναίσθημα να μεταφέρεις εικόνες. Αυτές που έφερα μαζί μου είναι έγχρωμες, τρισδιάστατες, μη στατικές. Κι αυτό μ’ αρέσει…)


Τετάρτη, 8 Ιούλιος 2009

Κάπου στη διαδρομή χάθηκα στα μάτια σου…




Κι ήταν μια ώρα που ο ήλιος χαμογελούσε στο πρώτο άστρο του σούρουπου. Κι ήταν δυο στιγμές που το γαλάζιο έκανε νερά κάτω απ’ τις βάρκες. Κι ήταν μια νότα που μύρισε μετάξι…



Ώρα μετάβασης…ώρα σιωπής. Ώρα που τα διαστήματα ανάμεσα απ’ τις λέξεις γίνονται μεγαλύτερα. Ομίχλη στο ποτήρι μου. Διάφανο το δικό σου. Μα δεν θέλεις να μου φανείς ακόμα…



Βλέμμα τριγύρω. Αμηχανία; Η αμηχανία εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Ένας απ’ αυτούς είναι το πείσμα σου να δείξεις αυτοπεποίθηση. Κι ας ξέρεις πως μέσα σου αναρωτιέσαι. Τρέμεις. Αμφιβάλλεις. Λάθος κινήσεις; Σωστές λέξεις; Αμφίβολα νεύματα; Ανάσες αμφισβητήσιμες;



Κάποιες στιγμές νιώθεις σίγουρος. Άλλες, όχι. Το ξέρει. Το καταλαβαίνει. Το βλέπεις. Σ’ αρέσει να το ξέρει. Δε χρειάζονται εξηγήσεις εδώ. Δεν παύει όμως αυτό το «μήπως και…» να σου ζουζουνίζει στο μυαλό…



Κι ήταν μια ζάλη που έφερε βλέμμα χαμένο. Χωμένο στα απέναντι μάτια. Υγρά είναι τα μάτια σου. Το παρατήρησα. Και ξέρουν να μιλούν. Φαίνονται τα ερωτηματικά τους. Και οι ζωγραφιές που φτιάχνουν.



Έχεις εξοικειωθεί με το ούζο;



(…Κι αν δεν έχω;)



Αναρωτιέμαι με τι έχω εξοικειωθεί. Νιώθεις άραγε απόλυτα εξοικειωμένος με το κάτι σου; Με το υγρό που χύνεις μέσα σου; Μ’ αυτό που προσφέρεις; Μ’ αυτό που δέχεσαι; Μ’ αυτό που θέλεις να φανεί; Μ’ αυτό που δεν θέλεις να φανεί μα ο άλλος το νιώθει; Ή δε θέλει να το δει;



(…Με νιώθεις; Με έχεις αναγνωρίσει; Κι αν; τότε τι…;)



Όλα σε ροή. Στον κατήφορο του ουρανού οι διαδρομές είναι λείες. Κυλούν με φόρα. Διαγράφοντας πορεία. Ρέω…



(…Πιάσε με…)



Παιχνίδι με τα μάτια. Βλέμμα στο βλέμμα. Κρατάς για ώρα. Χάνομαι μέσα σου. Παλμοί. Ακούς τους παλμούς μου; Δε μπορώ να το κάνω αυτό με τον καθέναν. Κανείς δεν θέλει να κρατήσει σφιχτά το χέρι του άλλου κοιτώντας τον στα μάτια για πολύ. Φοβούνται. Μη τύχει και φανείς πιο δυνατός. Μη τύχει και δε δείξουν πιο κυρίαρχοι. Μη τύχει…και φανούν οι απόκρυφες επιθυμίες τους…



Μ’ αρέσει που είσαι δυνατός. Αυτό σκεφτόμουν. Είσαι δυνατός. Κατάλαβες πως δεν θέλω να παίξω παιχνίδι επιβολής, μα παιχνίδι αντοχής; Μα δεν ήταν απλά και μόνο ένα παιχνίδι.

Ήταν εκπομπή…Εκπομπή…



(… Τι εξέπεμπα…;)



Δύναμη το λες να μην απαντάς. Δύναμη; Απομόνωση δική μου είναι. Κρυώνω όταν γίνεται. Κρυώνω…(…Για μένα μιλάω πάλι;). Όσο σιχαίνομαι να μιλάω για μένα, τόσο η άμυνά μου, μου βγάζει λέξεις που αναφέρονται σε μένα. Όταν το σκέφτομαι μετά, ντρέπομαι γι’ αυτό. Αφού είμαι τίποτα. Τίποτα…



(…Η ροή έχει στάσεις άραγε; Η ροή δέχεται το μαζί; Σε σκέφτομαι…)



Υγροί ορίζοντες στη διαδρομή. Θα στρίψεις ή θα πας ευθεία; Δε μιλάς. Ακούς τη σκέψη μου; Μη…μη την ακούσεις…Θυμάμαι που στην αρχή κάτι με είχες ρωτήσει και δεν απάντησα. Βλέπεις;…κι εγώ δεν απαντώ κάποιες φορές. Θέλω οι απαντήσεις μου να έρθουν αβίαστα. Και να μου το κάνεις εσύ αυτό. Εσύ…



(…Είσαι έτσι; Θέλεις να είσαι έτσι…;)



Η άκρη του δρόμου έχει συνηθίσει να δέχεται αποχαιρετισμούς. Αν μίλαγαν οι γωνιές θα γινόταν έκρηξη αισθήσεων. Συμπαντική. Ποιος άραγε θα μπορούσε να μετουσιώσει αυτό το μεγαλείο σε κάτι το απτό; Κρίμα να το πετύχαινε. Γιατί θα έχανε από μαγεία…



Έσκυψες κοντά μου. Αμίλητος πάλι. Ένα νεύμα. Ένας σπασμός στα χείλη. Ένα γρήγορο βλέμμα. Υγρό ακόμη…



Υγρά και τα χείλη σου. Υγρά… φίλα με…



(…Φίλα με…)



Ξανά…




(...Ξανά…)








.

Σάββατο, 4 Ιούλιος 2009

Κλειδί



Κάτω απ’ το κρεβάτι μου κοιμάται ένας δράκος. Στον ύπνο του οι φλόγες του γίνονται καπνός και φτιάχνουν ομίχλη. Απ’ τα ρουθούνια του βγαίνουν σπίθες και πετούν σα πυγολαμπίδες στη σκοτεινιά. Με τραβάει στα μονοπάτια του και χωρίς δεύτερη σκέψη αφήνομαι. Αντιμετωπίζουμε μαζί επίδοξους ήρωες που έχουν για σκοπό να απελευθερώσουν την κλειδωμένη τους ψυχή η οποία έχει τη μορφή κάποιας πριγκίπισσας πίσω από κάγκελα δυσπρόσιτων πύργων. Είμαι καθισμένη πάνω στη ράχη του και κρατιέμαι γερά απ’ το λαιμό του. Γελάω όπως τότε που ήμουν παιδί. Αβίαστα. Χωρίς να χρειάζομαι λόγους ιδιαίτερους. Και κυρίως απαιτητικούς…



Έχω στη γλώσσα μου μια βρισιά. Την πιπιλάω και περιμένω να την πω με πάθος, με στόμφο, με προφορά. Σε όσους γουστάρουν να την ακούσουν από μένα. Σε όσους λεν πως είμαι καύλα όταν θυμώνω. Σε όσους με τσιγκλάνε για να σηκώνω τα μαλλιά μου ψηλά και να φτύνω τις λέξεις μου σα κουκούτσια από βερίκοκα. Με δύναμη, με φόρα, με ήχο…



Στο στηθόδεσμό μου κοιμάται ένα ξωτικό. Γουργουρίζει ήσυχο μέχρι να ξυπνήσει από ένα σφίξιμο. Καρδιάς, χεριού, φτερού, δεν έχει σημασία. Μα σα ξυπνήσει παίρνει μορφή αιθέρια. Που σε κάνει να μετανιώνεις που το ξύπνησες απροετοίμαστος. Ο κόσμος των αοράτων, δεν είναι για όλους. Κι αν κάποιος νιώσει διάφανος, αρχίζει να τρέμει. Το ξωτικό μου διασκεδάζει με κάτι τέτοια. Κι εγώ το χαϊδεύω. Εκεί…ανάμεσα απ’ τη γραμμή που σχηματίζουν τα στήθια μου…



Μέσα μου είναι ένας σεισμός. Ένας δαίμονας. Κι ένας θεός. Ένα ηφαίστειο. Ένα χρώμα. Και μια βροντή. Παλεύουν για το ποιο θα πρωτοβγεί. Ποιο θα ελευθερωθεί. Ποιο θα βγάλει τη γλώσσα στην καινούργια μέρα που ξημερώνει. Παλεύουν γιατί είναι όλα τους απαιτητικά. Θέλουν ίσο μερίδιο μα ακαθόριστο χρόνο στην ύπαρξή τους. Κι ανάλογα με το ποιο επικρατεί, με μεταμορφώνει. Γίνομαι τρέμουλο, σκορπάω φόβο, δημιουργώ ζωή. Ντύνομαι φωτιά, στάζω κόκκινο, ρίχνω κεραυνό…



Γύρω μου ακούω φωνές. Λένε πως είμαι πρόστυχη. Τρομαχτική. Θερμή. Πως είμαι κοριτσάκι. Έκφυλη. Αγνή. Με λένε νεράιδα. Μάγισσα. Μικρή. Θεωρούν πως είμαι τίποτα. Τα πάντα. Ή λειψή. Πως είμαι αδιάφορη, λάγνα, ερωτική…



Πάνω μου πέφτουν βόλια. Χλεύης, σπέρματος, χυμών. Πόθων, επίκρισης, θυμών. Με λούζουν βούρκο, αγίασμα, βροχή. Χρώματα, γεύσεις και πνοή...



Πολύπλοκη με φώναξε κάποιος και επιβλητική. Απλησίαστη. Και προσιτή…



Μα κάπου… έχω κρυμμένο το κλειδί…











.

Τρίτη, 30 Ιούνιος 2009

Κι έφυγα…



Προχώρησα ως την άκρη. Φυσούσε. Πάντα φυσάει εκεί. Ίσως γι’ αυτό μ’ αρέσει να πηγαίνω. Να έχω την αίσθηση πως αν φυσήξει δυνατότερα θα με παρασύρει ο άνεμος και θα βρεθώ στο κενό. Στην άκρη του γκρεμού κοιτάς με δέος. Το τίποτα. Το όλο. Το απροσδιόριστο. Μα και το τόσο δελεαστικό…



Φορούσα ένα μακρύ μεταξωτό μαντίλι δεμένο στο στήθος. Περνούσε χιαστί απ’ την κοιλιά μου και έδενε με κόμπο χαμηλά στα πόδια μου. Το γυμνό μου σώμα διαγραφόταν στις πτυχές του. Σα να κοιτάς μέσα από ομίχλη ένα κορμί που ανατριχιάζει στους ψίθυρους της φύσης. Οι δυο άκρες απ’ το μαντίλι προσπαθούσαν να ξεφύγουν απ’ τα δεσμά τους και να γίνουν πανιά στη θάλασσα του ουρανού. Οι ρόγες μου κοιτούσαν ψηλά χαιρετώντας το τελευταίο άστρο της νυχτιάς. Οι πόροι μου ανέπνεαν οργασμό αόρατων ψυχών…



Με τα χέρια σε διάταση έσκυψα και κοίταξα χαμηλά. Αν ήταν να ήμουν πουλί, αετός θα ήθελα να ήμουν. Να σκίζω με τα αιχμηρά μου φτερά κομμάτια από σύννεφα και να τα κάνω νιφάδες να πέφτουν στα αγριολούλουδα. Να τα γεμίζουν στάλες που θα κυλούν μέχρι τις ρίζες τους, ταξιδεύοντας κατά μήκος του τρυφερού τους μίσχου. Να βουλιάζουν στο χώμα υγραίνοντάς το. Μουσκεύοντάς το. Βρέχοντάς το με συμπαντικό χυμό…



Τα μαλλιά μου είχαν πάρει σχέδιο αφηρημένο. Σαν τέχνης βγαλμένης απ’ την ψυχή των αναστεναγμών ενός ζωγράφου που δεν θέλει να αποφασίσει να βάλει σε τάξη τα σχήματα που έχει μέσα του. Και γιατί να τα βάλει; Η αταξία είναι μέρος του μυαλού. Μερικές φορές η τάξη είναι που δημιουργεί προβλήματα…



Έγλυψα τα χείλη μου και γεύθηκα το χθες. Είχε σταθεί για λίγο πάνω μου. Μια μικρή μόνο στιγμούλα έμεινε να χαϊδέψει το ξημέρωμα κι ύστερα έγινε σταγόνα που την κατάπια. Έδωσε θέση στο τώρα που ήρθε μαστιγώνοντας την πνοή του πρωινού. Κι έσταξε μια σταγόνα αίμα απ’ του ήλιου την άκρη. Έβαψε κόκκινη μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου και την κράτησα για να δώσει ανταύγεια στις κινήσεις μου…



Άκουσα μια φωνή που ερχόταν απ’ τη ρίζα ενός έλατου. Ίσως να ήταν προειδοποίηση να μη πάω πιο κοντά στην άκρη. Ίσως να ήταν και προτροπή να πατήσω στο κενό. Μα δεν έδωσα σημασία. Περίμενα το σημάδι που θα έκανε την καρδιά μου να δώσει παλμό δυνατό. Παλμό με νότες. Παλμό με νόημα…



Κι έμεινα εκεί ως το σούρουπο. Αποχαιρετώντας τη μετάβαση της μέρας σε χρόνο κρυστάλλινο. Παγώνει ο χρόνος κάποιες στιγμές. Και μοιάζουν όλα ακίνητα. Έτσι κι εκείνη τη στιγμή. Ήταν στιγμή χωρίς ανάσα…



Έλυσα το μαντίλι και το πέρασα στο χέρι μου να ανεμίζει. Έμεινα ακάλυπτη κόντρα στα στοιχειά της επερχόμενης νύχτας. Και μες τη βαθιά μου εκπνοή έδιωξα ένα ακόμη περίπου. Ένα ακόμη περίμενε. Ένα ακόμη σε λίγο. Δεν έχει νόημα η αναμονή όταν τα σημάδια παίζουν κρυφτό με τις πτυχές των ηλιαχτίδων που τρεμοσβήνουν. Το μαντίλι μου θέλει χάδι φανερό. Ματιά ταξιδιάρα. Ανάσα καυτή. Άρωμα παθιάρας εξομολόγησης...



Σκόρπισα τα γράμματα που σχημάτιζαν τ’ όνομά σου φυσώντας τα απ’ την παλάμη μου. Γύρισα την πλάτη στις σχισμές του ασχημάτιστου που απλωνόταν μπροστά μου…



…Κι έφυγα…







.

Σάββατο, 27 Ιούνιος 2009

Ζουν ανάμεσά μας




Δεν ήθελε να πηδηχτεί ψαρεύοντας πούτσους απ’ το ίντερνετ. Εξάλλου δεν της έλειπαν καθόλου οι συγκεκριμένοι. Λίγο όμως η αναδουλειά, λίγο μια ψιλοκατάθλιψη που την βασάνιζε καιρό τώρα – έπρεπε να ψάξει τον λόγο αλλά δε γαμιέται, ας τον αφήσουμε γι’ αργότερα – της έβαλαν την φαεινή να αρχίσει τις συνομιλίες μέσω της οθόνης.



Φυσικά όλοι εκεί μέσα έχουν το μυαλό τους στο σεξ. Τώρα θα μου πείτε, γιατί οι έξω δεν το έχουν; Το έχουν και το παραέχουν. Αλλά εκεί, λόγω ανωνυμίας το εκδηλώνουν πιο εύκολα. Πιο απροκάλυπτα. Πιο ελάτε να πηδηχτούμε άγρια, πρόστυχα και δυνατά όλοι μα όλοι μαζί κι ύστερα στο διάολο. Μα βέβαια αγαπητοί μου θνητοί. Τα πάντα είναι σεξ. Το γράψιμο είναι σεξ. Το φαγητό είναι σεξ. Οι συνομιλίες είναι σεξ. ΄Ως και το χέσιμο σεξ είναι. Απ’ την ανάποδη όμως.



΄Ολοι το κάνουν. Και σε όλους το κάνουν. Τι ζευγάρια, τι αδελφές , τι μπάι , τι χάι, τι κουκουναριές με πράσινα παλούκια και τι αγριόσκαμνα με συκιέ φυλλωσιές. Τι μικροί, τι μεγάλοι, τι μικρομέγαλοι. Τι παρανοϊκοί, τι «φυσιολογικοί» (χα χα-μα τι λέξη), τι βιτσιόζοι και τι ό,τι θες. Μεσάνυχτα πήγαιναν και πέρα απ’ αυτά , και η μικρά είχε κολλήσει άγρια. Πάντως παράπονο δεν είχε κανένα. Μέσα από την κάμερα είδε ένα σωρό καυλιά κι ένα σωρό ανοιγμένα μουνιά, να γλύφεις τα δάχτυλά σου. Ε, ρε μάνα μου. ΄Ενας της έδειξε το όργανό του την ώρα του χυσίματος, καθότι τον είχε κάνει πύραυλο με τα βρωμόλογα που του έλεγε και η κάμερά του έγινε κάτασπρη απ’ το παχύ του υγρό. Εκεί η κούκλα δεν άντεξε. ΄Επιασε τον εαυτό της να σκύβει και να γλύφει την οθόνη. Μετά, κοίταξε τη φάτσα της στον καθρέφτη και της έριξε μούντζα σβουριχτή για την μαλακισμένη ιδέα που της ήρθε. Η οθόνη είχε να πλυθεί κάτι μήνες και η γεύση που της άφησε ήταν σκόνινη με ψίγματα αηδίας. Μπλιαχ!



Είχε πάρει και μικρόφωνο. Κει να δεις πλάκες! Η φωνάρα της βραχνή και σέξι, άναβε φωτιές κι έκανε απ’ τους αναστεναγμούς να γκρεμίζονται πολυκατοικίες. ΄Ελα μωρό μου, σου μιλάει η πουτάνα σου. Ήσουν καλό αγοράκι σήμερα; Τι θες γαμιά μου για να ξεδώσεις; Πες μου και ’γω θα στα κάνω όλα. Καλά, όταν ακούνε τα κάνω όλα, τι στο κέρατο τους πιάνει και ξεσαλώνουν δε λέγεται. Οι γυναίκες τους τι σκατά κάνουν; Τίποτα; Μα τίποτα;



Καύλωνε κι εκείνη, δε λέω. Ε, τι; Τέτοιες εγκεφαλικές εικόνες να τις αφήσει ανεκμετάλλευτες γίνεται; Δε γίνεται; Το cyber είναι θρησκεία. Γενιές και γενιές θα μεγαλώσουν μ’ αυτό. Βλέπεις ό,τι θες. Φαντάζεσαι ό,τι θες. Το κάνεις όπως θες. Θες κούκλα μου να σε πάρω από πίσω κι από μπρος ένας είναι ο αρχηγός; Αμήν και πότε! Σκύψε κι έρχομαι. Και η μαλακία πάει σύννεφο. Τις προάλλες ήταν ένας με πάθος στα μεγάλα βυζιά. Πάθος μέχρι αρρώστιας. ΄Ηθελε να του δείξει το σουτιέν της και να χύσει μέσα του. Τώρα πώς θα το κατάφερνε αυτό από τα Χανιά που της μιλούσε το παλικάρι, ένας Θεός ξέρει. Μπορεί να την είχε σαν την μάνικα του μπάρμπα της του Αποστόλη- τι μάνικα είχε ο πούστης ο μπάρμπας! Τον ζήλευε όλο το χωριό. Έτσι και την ξεδίπλωνε πότιζε έξι αμπελοχώραφα μονοκοπανιά. Και νερό 5 ίντσες να βγαίνει απ’ την τρύπα. Σκόρδα της είχε πλέξει απ’ το στόμιο του χυσίματος, μη του την ματιάσουνε. Πού στο διάολο την έκανε παραγγελία; Αλλά αυτά είναι μυστικά των χωριατών. ΄Απαξ και βρουν καμιά καλή πηγή για προμήθεια, την κρατούν εφτασφράγιστο μυστικό. Αμ πώς αλλιώς θα μπούμε στη μύτη του μαλάκα του ζηλιάρη του ξελιγωμένου του γείτονα;



Όταν η λεγάμενη άκουσε ότι ο τύπος καυλώνει με τα μεγάλα βυζιά, δεν άντεξε. ΄Ανοιξε την κάμερα και του μοστράρισε τα δικά της. Ε, ρε μάνα μου γούρλωμα τα μάτια του άχρηστου του μικροτσούτσουνου. Γιατί σίγουρα μικροτσούτσουνος ήταν, δεν υπήρχε αμφιβολία περί τούτου. Αφού Θεό τον έκανε η δικιά μας να της δείξει λίγο παπάρι, τίποτα αυτός. Λογικό ήταν να την κάνει να στραβομουτσουνιάσει. Κοίτα! Δεν κάνουμε τη χάρη στον κάθε ανίκανο. Απεναντίας, του ανάβουμε τις λάμπες όσο γίνεται, τον κάνουμε να μην τον χωράει η γη απ’ την επιθυμία, και τον κλείνουμε τον αρχίδη να βρει τη μοίρα του μόνος του. Αμ, τι; Σιγά τα χύσια. ΄Αι πάγαινε ρε εσύ και ο οργασμός σου. Βόδι, ε βόδι!



Το θέμα είναι πως μ’ αυτήν την ιστορία, όταν περπατούσε η γκόμενά μας στον δρόμο άρχισε να κοιτάει τους άλλους με διαφορετικό μάτι. Πιο εξερευνητικό. Πιο προβληματισμένο (για φαντάσου!). Με ένα πιο λες- να είν’ αυτός- που το κάναμε χθες -και δεν με ξέρει-δεν τον ξέρω βλέμμα. Και να παρατηρεί τις κινήσεις τους, να προσπαθεί να μαντέψει τις σκέψεις τους, να κάνει πως ερμηνεύει τις λέξεις τους. Λες το ένα εισιτήριο για το τρόλεϊ, παρακαλώ, να σημαίνει μάνα μου η μουνάρα σου; ΄Ισως! Πάντως σίγουρα όλο και κάποιος απ’ αυτούς που στριμώχνεται στις ουρές θα έχει πει τις βαθύτερες ανησυχίες του μέσω των πλήκτρων που αποδέκτη θα έχουν έναν εξίσου ανήσυχο για τα κοινωνικά θέματα τύπο. Και ίσως ίσως να έχουν μιλήσει και με την δίμετρη από δω.



Πριν κάτι μέρες που παράγγειλε μπακαλιάρο σκορδαλιά καθότι το ψάρι βοηθάει στο μάτι (που όσο να ’ναι το ’χει κουράσει τόσες ώρες μπρος στην οθόνη), ο διπλανός που έτρωγε γαλέο ήταν φτυστός ο Αλέξης35 που της είχε στείλει φωτογραφία μαζί με την ψωλή του να βαράει προσοχή. Η λεγάμενη κοιτούσε μια τον μπακαλιάρο, μια τον απέναντι και ήταν τόσο σίγουρη πως ήταν αυτός, που έτσι της ήρθε να του πετάξει το συνθηματικό που έλεγαν στην συνομιλία τους: έλα με την όπισθεν κι ο γκρεμός αντέχει. Αλλά τώρα λέγονται αυτά μπροστά στην οικογένειά του που καθόταν παραδίπλα; Δεν λέγονται. Για να διαπιστώσει όμως η δικιά μας αν όντως ήταν αυτός (πεισματάρα παιδί μου! Αν κάτι της έμπαινε στο τσερβέλο δεν έφευγε με τίποτα), άνοιξε λιγουλάκι τα πόδια της την ώρα που έπιασε τη ματιά εκείνου να είναι δήθεν τυχαία πάνω της και έγλειψε τα χείλη της για να βγάλει την υποψία σκορδαλιάς από πάνω τους. Ε, εκείνος μάγκα μου ήταν! Κόβει το λαιμό της. Η κίνηση που έκανε, ήταν να πιάσει το πράμα του και να το στύψει γερά μέσα στην παλάμη. Κι αμέσως μετά, πήγε την καρέκλα ένα μέτρο με την όπισθεν. Κόκαλο η κυρία δίπλα του. Γλιστράει το γαμημένο το πάτωμα Αννούλα, γλιστράει!



Είδες; Ανάμεσά μας είναι όλοι. Κινούνται, ανασαίνουν, μιλούν, χαμογελούν, βρίζουν και βρίζονται, πηδούν και πηδιούνται. Ζουν. Ανάμεσά μας!









Το κείμενο αφιερώνεται σ’ εκείνους που έχουν ξεχάσει τι θα πει άγγιγμα, αφή, ανάσα, επαφή. Τι σημαίνει ακουμπάω, αναστενάζω, βλέπω, κοιτάω. Που δεν θέλουν να κάνουν μια κίνηση για να νιώσουν το κοντά, το μαζί. Που φοβούνται να ρισκάρουν, να μάθουν, να εξερευνήσουν, να βουτήξουν, να πετάξουν, να τυλίξουν τα χέρια τους γύρω από ένα κορμί. Να βάλουν τα χείλη τους πάνω σε άλλα χείλη, να δώσουν χάδι. Αληθινό. Τρεμουλιαστό. Να θυμηθούν τι είναι ρίγος. Πραγματικός παλμός. Να σηκωθούν και να αναπνεύσουν...


...έρωτα...



.